Episodes
-
Η Νάξος αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα νησιωτικού πολιτιστικού τοπίου στο Αιγαίο, όπου το φυσικό περιβάλλον και η ανθρώπινη δραστηριότητα έχουν συνδιαμορφώσει ένα ενιαίο και ζωντανό σύνολο. Οι ξερολιθιές, τα παλιά μονοπάτια, οι ανεμόμυλοι, τα πηγάδια και οι ποιμενικές κατασκευές δεν είναι απλώς μεμονωμένα μνημεία του παρελθόντος, αλλά στοιχεία ενός ευρύτερου συστήματος που αποτυπώνει την καθημερινή ζωή, την εργασία και τον τρόπο επιβίωσης των κατοίκων του νησιού.
Όπως αναδεικνύεται στη συζήτηση με τον Στέλιο Λεκάκη, το αγροτικό τοπίο της Νάξου δεν μπορεί να γίνει κατανοητό αν μελετηθεί μεμονωμένα. Αντίθετα, συγκροτεί ένα ενιαίο πολιτιστικό οικοσύστημα, όπου κάθε στοιχείο συνδέεται λειτουργικά και συμβολικά με τα υπόλοιπα. Οι διαδρομές που ένωναν τα χωριά, τα πηγάδια που εξασφάλιζαν νερό και οι ανεμόμυλοι οι οποίοι αξιοποιούσαν τον άνεμο μαρτυρούν έναν τρόπο ζωής ουσιωδώς προσαρμοσμένο στο περιβάλλον.
Παράλληλα, το τοπίο της Νάξου δεν είναι μόνο υλικό, είναι και αφηγηματικό. Λαϊκές παραδόσεις, μύθοι για νεράιδες, στοιχειά και κρυμμένους θησαυρούς προσδίδουν στο νησί μια διάσταση φαντασιακή, μέσα από την οποία οι κάτοικοι ερμήνευαν τον χώρο και τα μυστήριά του. Αυτές οι αφηγήσεις, μαζί με τη συλλογική μνήμη, συνδιαμορφώνουν την πολιτιστική κληρονομιά.
Έτσι, η αγροτική κληρονομιά της Νάξου δεν αποτελεί ένα στατικό αποτύπωμα του παρελθόντος αλλά έναν ζωντανό οργανισμό που συνεχίζει να εξελίσσεται μέσα από τη σχέση των ανθρώπων με τον τόπο, τη μνήμη και την παράδοση.Ο Στέλιος Λεκάκης είναι επίκουρος καθηγητής Μουσειολογίας στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο με αντικείμενο την τεκμηρίωση μνημείων και τη συμμετοχική εμπειρία. Έχει σπουδάσει Κλασική Αρχαιολογία και Διαχείριση Πολιτιστικής Κληρονομιάς στο ΕΚΠΑ και στο UCL, και είναι ερευνητής στο Πανεπιστήμιο του Newcastle.
-
Στην είσοδο της αρχαίας Ιεράς Οδού, ανάμεσα στο όρος Αιγάλεω και το Ποικίλο Όρος, δεσπόζει εδώ και σχεδόν μία χιλιετία η Μονή Δαφνίου, ένα από τα σημαντικότερα βυζαντινά μνημεία της Ελλάδας και Μνημείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO. Χτισμένη πιθανότατα στη θέση του αρχαίου ιερού του Δαφναίου Απόλλωνα, η μονή αποτελεί ένα μοναδικό σημείο συνάντησης της αρχαιότητας, του Βυζαντίου και της νεότερης ιστορίας. Το περίφημο καθολικό της, τα αριστουργηματικά ψηφιδωτά του 11ου αιώνα, οι μετασκευές της Φραγκοκρατίας, τα ίχνη της οθωμανικής περιόδου και οι σύγχρονες εργασίες αποκατάστασης αφηγούνται μια ιστορία που εκτείνεται σε περισσότερα από χίλια χρόνια.
Πότε ιδρύθηκε η Μονή Δαφνίου και ποια στοιχεία μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για ένα μνημείο αυτοκρατορικής χορηγίας; Τι είναι αυτό που κάνει το καθολικό της Μονής Δαφνίου τόσο σημαντικό από αρχιτεκτονική άποψη; Ποια είναι τα βασικά χαρακτηριστικά του λεγόμενου ελλαδικού οκταγωνικού τύπου και γιατί το Δαφνί θεωρείται ένα από τα κορυφαία παραδείγματά του; Τα ψηφιδωτά του Δαφνίου συγκαταλέγονται στα σημαντικότερα του βυζαντινού κόσμου. Τι τα ξεχωρίζει καλλιτεχνικά και ποια μηνύματα μεταδίδουν μέσα στον χώρο του ναού;
Στη σημερινή συζήτηση με την αρχαιολόγο Καλλιόπη Φλώρου θα γνωρίσουμε την ιστορία, την αρχιτεκτονική και τα μυστικά της Μονής Δαφνίου, ενός μνημείου που εξακολουθεί να αποτελεί πολύτιμο τεκμήριο της πολιτιστικής κληρονομιάς της Αττικής και του βυζαντινού κόσμου. -
Σε μια θαλάσσια περιοχή που για αιώνες έκρυβε τα μυστικά της κάτω από την επιφάνεια, στην Αργολίδα, εντοπίστηκε ένα από τα σημαντικότερα ναυάγια της ελληνικής προϊστορίας: το Ναυάγιο των Ιρίων. Ένα βυθισμένο πλοίο, φορτωμένο με εμπορεύματα, έγινε μια μοναδική χρονοκάψουλα που φωτίζει τις θαλάσσιες διαδρομές, τις εμπορικές ανταλλαγές και τις επαφές των κοινωνιών του Αιγαίου κατά την Εποχή του Χαλκού.
Η Αγιάτη Μπενάρδου συζητά με τον Χρήστο Αγουρίδη, ναυτικό αρχαιολόγο, και εξηγεί γιατί τα Ίρια αποτέλεσαν σημείο-κλειδί για τη θαλάσσια αρχαιολογική έρευνα, ως ένα πραγματικό «θησαυροφυλάκιο» ναυαγίων. Η κουβέντα επεκτείνεται στον τρόπο εργασίας που οδήγησε στην ανακάλυψή του, στην ιδιαίτερη σημασία του του σε σχέση με άλλα πλοία της ίδιας περιόδου αλλά και στις πληροφορίες που μας δίνει για το εμπόριο και τις θαλάσσιες επαφές του προϊστορικού Αιγαίου, ανασυνθέτοντας ίσως τα αρχαία εμπορικά δίκτυα της εποχής. Φυσικά, ένα μεγάλο μέρος της συζήτησης στρέφεται στις προκλήσεις που αντιμετώπισαν οι ερευνητές κατά την υποβρύχια ανασκαφή και στο αν και κατά πόσο ο βυθός της περιοχής να κρύβει άγνωστα ακόμα μυστικά.
Ο Χρήστος Αγουρίδης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε Οικονομικά και Διοίκηση Επιχειρήσεων στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και Αρχαιολογία και Ιστορία της Τέχνης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Συνέχισε τις μεταπτυχιακές του σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης με υποτροφία του Ιδρύματος Αλέξανδρος Σ. Ωνάσης. Βρίσκεται στο στάδιο εκπόνησης της διδακτορικής του διατριβής στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Είναι Αντιπρόεδρος του Ινστιτούτου Εναλίων Αρχαιολογικών Ερευνών, στο οποίο διετέλεσε Γενικός Γραμματέας από το 2000 έως το 2022.
-
Κάτω από το σύγχρονο Καματερό, εκεί όπου η καθημερινότητα της πόλης μοιάζει να έχει σβήσει τα ίχνη του παρελθόντος, η αρχαιολογική έρευνα έφερε στο φως ένα σιωπηλό, αλλά εξαιρετικά σπουδαίο σύνολο ευρημάτων: το ρωμαϊκό νεκροταφείο που αποκαλύφθηκε το 2008. Οι ταφές, τα κτερίσματα και τα ίχνη των ανθρώπων που έζησαν και πέθαναν στην περιοχή συνθέτουν ένα πολύτιμο παλίμψηστο μνήμης, ιστορίας και κοινωνικών πρακτικών.
Ποια ήταν η θέση του Καματερού στην αρχαιότητα και τι γνωρίζαμε μέχρι πρόσφατα για τις αρχαιότητες της περιοχής; Πώς έγινε η ανακάλυψη του ρωμαϊκού νεκροταφείου το 2008; Τι είδους τάφοι εντοπίστηκαν στην ανασκαφή και ποια ήταν τα σημαντικότερα κτερίσματα που βρέθηκαν θαμμένα στη γη; Ανάμεσα στα ευρήματα, υπάρχει μια μαρμάρινη ταφική στήλη που βρέθηκε σε δεύτερη χρήση: γιατί έχει τόσο μεγάλη αξία; Τι μπορούμε να συμπεράνουμε για την εξέλιξη της περιοχής από τους κλασικούς χρόνους έως τη ρωμαϊκή εποχή; Τέλος, ποιες δυσκολίες αντιμετωπίζει σήμερα η αρχαιολογική έρευνα σε μια τόσο πυκνοκατοικημένη περιοχή και τι σημαίνει για τους κατοίκους του Καματερού το ότι υπάρχει ένα ρωμαϊκό νεκροταφείο «κρυμμένο» κάτω από τον σύγχρονο αστικό ιστό;
Η Σταματία Κατσανδρή είναι αρχαιολόγος, πτυχιούχος του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Από το 2001 εργάσθηκε σε σωστικές ανασκαφές σε διάφορες περιοχές της Αττικής, στην επανέκθεση της Αρχαιολογικής Συλλογής Αχαρνών, στην υλοποίηση εκπαιδευτικών προγραμμάτων, καθώς και στην επιμέλεια κειμένων προς δημοσίευση της Εφορείας Αρχαιοτήτων Δυτικής Αττικής.
Από το 2010 είναι αρχαιολόγος του υπουργείου Πολιτισμού, αρμόδια για τις αρχαιότητες περιοχών των βορείων προαστίων της Αττικής, και από το 2018 για τις αρχαιότητες των δήμων Αχαρνών και Αγίων Αναργύρων-Καματερού. -
Πόσοι γνωρίζουμε ότι στο Πικέρμι έχει αποκαλυφθεί ένας από τους σημαντικότερους παλαιοντολογικούς θησαυρούς της Ευρώπης; Τα απολιθώματα της περιοχής αφηγούνται την ιστορία ενός κόσμου που υπήρχε πριν από εκατομμύρια χρόνια, κατά το Μειόκαινο, όταν το περιβάλλον, το κλίμα και η πανίδα ήταν εντελώς διαφορετικά από τα σημερινά.
Η γεωλόγος-παλαιοντολόγος Διονυσία Λιακοπούλου συζητά με την Αγιάτη Μπενάρδου για τα ευρήματα που έχουν εντοπιστεί στο Πικέρμι. Πρόκειται για πλήθος απολιθωμένων σπονδυλωτών, κυρίως θηλαστικών, που αποκαλύπτουν μια πλούσια και ποικιλόμορφη πανίδα.
Πόσο παλιά είναι τα απολιθώματα που έχουν βρεθεί στην περιοχή και τι μας λένε για το παρελθόν; Πώς συνδέονται οι έρευνες στο Πικέρμι με την κατανόηση της εξέλιξης των ζώων στην Ευρώπη; Και τι μας αποκαλύπτει η «πανίδα του Πικερμίου» για το κλίμα και το περιβάλλον εκείνης της εποχής;
Η Διονυσία Λιακοπούλου είναι γεωλόγος-παλαιοντολόγος, διδάκτωρ Γεωλογίας και Γεωπεριβάλλοντος (ΕΚΠΑ). Σπούδασε στο Τμήμα Γεωλογίας & Γεωπεριβάλλοντος του ΕΚΠΑ και στο Πανεπιστήμιο της Λιλ στη Γαλλία, στον τομέα της Παλαιοκλιματολογίας και Παλαιοντολογίας. Σήμερα εργάζεται ως συνεργάτιδα στο Εθνικό Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Γουλανδρή.
-
Στο νέο επεισόδιο της σειράς «Ιστορία μιας πόλης» συζητάμε για την άγνωστη ιστορία των συγκοινωνιών της πρωτεύουσας. Η Αθήνα του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα είναι μια πόλη που προσπαθεί να εκσυγχρονιστεί, να επεκταθεί και να συνδεθεί. Στο επίκεντρο, οι πρώτοι σιδηρόδρομοι, τα τραμ και τα μεγάλα οράματα που άλλοτε υλοποιούνται και άλλοτε μένουν στα χαρτιά.
Μέσα από την αναδρομή στο παρελθόν αναδεικνύονται ερωτήματα που παραμένουν επίκαιρα: δημόσιο ή ιδιωτικό, ανάπτυξη ή συμφέροντα, μακροπρόθεσμο όραμα ή πολιτική σκοπιμότητα. Πόσο «σύγχρονα» είναι τελικά τα προβλήματα των υποδομών που αντιμετωπίζουμε σήμερα;
-
Τι μπορεί να μας πει ένα πλοίο που δεν έφτασε ποτέ στον προορισμό του; Και πώς ένα φορτίο που έμεινε για αιώνες στον βυθό γίνεται σήμερα κλειδί για να ξαναδιαβάσουμε την Ιστορία;
Στο νέο επεισόδιο της σειράς «Ιστορία μιας Πόλης», η Αγιάτη Μπενάρδου ταξιδεύει στο Μόδι, τη μικρή βραχονησίδα νοτιοανατολικά του Πόρου που έκρυβε κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας ένα εξαιρετικά σημαντικό εύρημα: ένα μυκηναϊκό ναυάγιο του 12ου αιώνα π.Χ., από την περίοδο που ακολούθησε την κατάρρευση των ανακτόρων και θεωρήθηκε για χρόνια εποχή σιωπής και παρακμής.
Μαζί με τον ειδικό στη Ναυτική Αρχαιολογία Χρήστο Αγουρίδη ακολουθούμε την πορεία της έρευνας από την πρώτη κατάδυση μέχρι την αποκάλυψη του φορτίου: πιθαμφορείς, υδρίες, αγγεία και αντικείμενα καθημερινής χρήσης που παρέμειναν ανέγγιχτα στον βυθό για περισσότερα από τρεις χιλιετίες. Ο ίδιος εξηγεί πώς λειτουργεί μια ενάλια ανασκαφή, ποιες είναι οι δυσκολίες της εργασίας στα 40 μέτρα βάθος και πώς τεχνολογίες όπως τα φωτομωσαϊκά υψηλής ακρίβειας και οι τρισδιάστατες αποτυπώσεις επιτρέπουν σήμερα στους αρχαιολόγους να ανασυνθέσουν έναν χαμένο κόσμο.
Πάνω απ’ όλα, όμως, το Μόδι αφηγείται κάτι βαθύτερο: ότι ακόμη και όταν ένας πολιτισμός καταρρέει, οι άνθρωποι συνεχίζουν να ταξιδεύουν, να ανταλλάσσουν αγαθά και να αναζητούν νέες διαδρομές. Και μερικές φορές, η Ιστορία δεν σώζεται στη στεριά, αλλά στον βυθό.
Ο Χρήστος Αγουρίδης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε Οικονομικά και Διοίκηση Επιχειρήσεων στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και Αρχαιολογία και Ιστορία της Τέχνης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Συνέχισε τις μεταπτυχιακές του σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, με υποτροφία του Ιδρύματος Αλέξανδρος Σ. Ωνάσης, με εξειδίκευση στη Ναυτική Αρχαιολογία και το θαλάσσιο εμπόριο στη Μεσόγειο κατά την Εποχή του Χαλκού.
Υπηρέτησε ως καταδυόμενος αρχαιολόγος στο υπουργείο Πολιτισμού από το 1989 έως το 2024 και είναι αντιπρόεδρος του Ινστιτούτου Εναλίων Αρχαιολογικών Ερευνών. Έχει διευθύνει σημαντικές χερσαίες και υποβρύχιες αρχαιολογικές έρευνες, ενώ από το 2009 διευθύνει την ανασκαφή του μυκηναϊκού ναυαγίου στο Μόδι, κοντά στον Πόρο.
-
Οι πλατείες της Αθήνας δεν είναι απλοί αστικοί χώροι· είναι πεδία μνήμης, σύγκρουσης και πολιτικής ταυτότητας. Από τα Δεκεμβριανά του 1944 και τα Ιουλιανά του 1965 μέχρι το Πολυτεχνείο, τον Δεκέμβρη του 2008 και τις μαζικές κινητοποιήσεις της οικονομικής κρίσης, η πόλη λειτουργεί διαχρονικά ως το επίκεντρο της πολιτικής ζωής της χώρας. Στο νέο επεισόδιο της σειράς «Ιστορία μιας πόλης», η Αγιάτη Μπενάρδου και η πολιτική επιστήμονας Λαμπρινή Ρόρη αναλύουν πώς διαμορφώθηκε αυτή η «κουλτούρα διαμαρτυρίας» και γιατί η Αθήνα παραμένει το κατεξοχήν σημείο όπου συναντιούνται εξουσία και αντίδραση.
Οι πιο παλιές και οι πιο παλιοί από εμάς δύσκολα ξεχνάμε τις μεγάλες συγκεντρώσεις της δεκαετίας του ’80, με τις ομιλίες του Ανδρέα Παπανδρέου και του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη να γεμίζουν ασφυκτικά πλατείες και δρόμους. Η Αθήνα έχει μάθει να «μιλάει» πολιτικά στον δρόμο.
Οι πλατείες της είναι χώροι φορτισμένοι με μνήμη, ένταση και συλλογική εμπειρία. Από τις οργανωμένες κομματικές συγκεντρώσεις μέχρι τις αυθόρμητες διαμαρτυρίες της κρίσης και τις σημερινές, πιο υβριδικές μορφές κινητοποίησης, η Αθήνα παραμένει ένα ζωντανό εργαστήριο πολιτικής έκφρασης. Μια πόλη όπου το παρελθόν και το παρόν των κινητοποιήσεων μπλέκονται συνεχώς, επανερμηνεύοντας τον ρόλο του δημόσιου χώρου και των ανθρώπων που τον καταλαμβάνουν.
Η Λαμπρινή Ρόρη είναι επίκουρη καθηγήτρια στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Αντικείμενό της είναι η Πολιτική Επιστήμη: Πολιτική Ανάλυση.
Σπούδασε (1996-2000) Διεθνείς και Ευρωπαϊκές, Οικονομικές και Πολιτικές Σπουδές στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας. Είναι κάτοχος μεταπτυχιακών διπλωμάτων Πολιτικής Κοινωνιολογίας και Δημοσίων Πολιτικών του Sciences Po Paris (DEA), Πολιτικής και Κοινωνικής Επικοινωνίας του Πανεπιστημίου Paris I, Panthéon-Sorbonne (DESS). Είναι διδάκτορας (2015) του Πανεπιστημίου Paris I, Panthéon-Sorbonne. Στη διδακτορική διατριβή της μελέτησε συγκριτικά την αλλαγή των σοσιαλιστικών κομμάτων στην Ευρώπη υπό την επίδραση της επαγγελματοποίησης της πολιτικής επικοινωνίας από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 μέχρι το 2012.
Βραβεύτηκε με τη μεταδιδακτορική υποτροφία Marie Curie της Ε.Ε. στο Πανεπιστήμιο Bournemouth για τη μελέτη της άκρας δεξιάς στο διαδίκτυο (2015-2016, 2017-2018) και με την Υποτροφία Λεβέντη για Νεοελληνικές Σπουδές στο Κολέγιο St Antony’s του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης (2016-2017). Δίδαξε ως μόνιμη Lecturer in Politics στο Πανεπιστήμιο του Έξετερ στη Μεγάλη Βρετανία (2018-2021). Διακρίθηκε με την Υποτροφία Jean Monnet του Robert Schuman Center του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημιακού Ινστιτούτου της Φλωρεντίας.
Κατά το 2018-2019 ήταν βασική ερευνήτρια επιστημονικού προγράμματος που διακρίθηκε από το Hellenic Observatory του LSE με αντικείμενο «Βία χαμηλής έντασης στην Ελλάδα της κρίσης - Δεδομένα από τη ριζοσπαστική δεξιά και τη ριζοσπαστική αριστερά» καθώς και υπότροφος της Βρετανικής Σχολής Αθηνών για έρευνα σχετικά με την πολιτική βία στην Ελλάδα. Είναι υπεύθυνη Τύπου του Greek Politics Specialist Group της Βρετανικής Εταιρείας Πολιτικών Σπουδών.
Η έρευνά της αφορά τη ριζοσπαστικοποίηση και την πολιτική βία, την ευρωπαϊκή άκρα δεξιά, τον ριζοσπαστισμό και τον εξτρεμισμό στην Ελλάδα, τον ρόλο των συναισθημάτων στην πολιτική συμπεριφορά, τις επιδράσεις των ΜΜΕ και τις δυναμικές που εμφανίζουν τα πολιτικά δίκτυα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Έχει εργαστεί ως ερευνήτρια σε επιστημονικά προγράμματα πολιτικής συμπεριφοράς στην Ελλάδα της κρίσης και μελέτης της ελληνικής διασποράς. Δημοσιεύει στα διεθνή επιστημονικά περιοδικά «Electoral Studies», «South European Society and Politics», «Party Politics», «West European Politics», «Pôle Sud».
Στο ΕΚΠΑ είναι συν-συντονίστρια του Σεμιναρίου Πολιτικής Ανάλυσης.
-
Η κατασκευή του μετρό στην Αθήνα δεν αποτέλεσε μόνο ένα από τα σημαντικότερα έργα σύγχρονης υποδομής αλλά και μια μοναδική ευκαιρία για την αποκάλυψη και επαναπροσέγγιση του παρελθόντος της πόλης. Κατά μήκος της αρχαίας Ιεράς Οδού, του δρόμου που συνέδεε την Αθήνα με την Ελευσίνα, οι εκτεταμένες ανασκαφές έφεραν στο φως ένα σύνθετο τοπίο: δρόμους, νεκροταφεία, τεχνικά έργα, ιερά και ίχνη καθημερινής ζωής από διαφορετικές εποχές. Έτσι αναδείχτηκαν όχι μόνο μεμονωμένα ευρήματα αλλά και μια ολόκληρη διαχρονική αφήγηση για τη χρήση και τη σημασία του χώρου.
Σήμερα, η Ιερά Οδός δεν αποτελεί απλώς ένα αρχαίο κατάλοιπο αλλά έναν ζωντανό άξονα όπου συνυπάρχουν μνήμη, αστική ανάπτυξη και σύγχρονες παρεμβάσεις ανάδειξης. Σταθμοί του μετρό λειτουργούν ως μικροί εκθεσιακοί χώροι, ενώ δράσεις τεκμηρίωσης και ψηφιακής περιήγησης επιχειρούν να επανασυνδέσουν το κοινό με το ιστορικό τοπίο. Παράλληλα, οπτικοακουστικές αφηγήσεις, όπως το ντοκιμαντέρ της Νικολέτας Παράσχη, «Ιερά Οδός, 21 χλμ.», που βγαίνει από τις 14 Μαΐου στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος και στην Αίθουσα «Παύλος Ζάννας» στο Ολύμπιον στη Θεσσαλονίκη, αποτυπώνουν αυτήν τη σύνθετη συνάντηση παρελθόντος και παρόντος, όχι ως ένα κλειστό αφήγημα αλλά ως μια ανοιχτή διαδικασία κατανόησης της πόλης.
Σε αυτό το πλαίσιο, τα ερωτήματα που τίθενται δεν αφορούν μόνο τα ίδια τα ευρήματα αλλά και τον τρόπο με τον οποίο αυτά ερμηνεύονται, διατηρούνται και εντάσσονται στη σύγχρονη ζωή. Πώς συνυπάρχουν η αρχαιολογική έρευνα και τα μεγάλα τεχνικά έργα; Τι μας αποκαλύπτουν τα ευρήματα για τη διαχρονική χρήση της Ιεράς Οδού και της ευρύτερης περιοχής του Ελαιώνα; Τελικά, πώς μπορεί η γνώση του παρελθόντος να επηρεάσει τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε και σχεδιάζουμε την πόλη σήμερα;
Η Ευσταθία (Έφη) Ανέστη είναι αρχαιολόγος με ειδίκευση στην πολιτιστική διαχείριση. Σπούδασε Αρχαιολογία και Ιστορία της Τέχνης στο ΕΚΠΑ, Διοίκηση Πολιτισμικών Μονάδων στο ΕΑΠ και Διαχείριση Μνημείων: Αρχαιολογία, Πόλη και Αρχιτεκτονική στο ΕΚΠΑ.
Από το 1995 έως το 2009 εργάστηκε στις αρχαιολογικές ανασκαφές του μετρό της Αθήνας, στο τμήμα της Γραμμής 3 από τον Κεραμεικό έως το Αιγάλεω. Εργάστηκε, επίσης, σε ανασκαφές στην Αθήνα, στο έργο «Συντήρηση, αναστήλωση και ανάδειξη μνημείων Επιδαύρου», καθώς και στην Εταιρεία Εικαστικών Μελετών, στο Δημοτικό Μουσείο - Πινακοθήκη Αλέκου Κοντόπουλου και σε αίθουσες τέχνης.Από το 2019 εργάζεται στο υπουργείο Πολιτισμού, στην Εφορεία Αρχαιοτήτων Δυτικής Αττικής, στον Αρχαιολογικό Χώρο και στο Μουσείο της Ελευσίνας, όπου, μεταξύ άλλων, ασχολείται με πολιτιστικές και εκπαιδευτικές δράσεις. Το διάστημα 2023-2025 συνεργάστηκε με τη 2023 ΕΛΕΥΣΙΣ - Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης για τις παραστάσεις και τις δράσεις που φιλοξενήθηκαν στον αρχαιολογικό χώρο.
Η Ειρήνη Σβανά είναι αρχαιολόγος, πτυχιούχος του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, με μεταπτυχιακές σπουδές στην Κλασική Αρχαιολογία (Πανεπιστήμιο Κρήτης) και στη Διοίκηση Πολιτισμικών Μονάδων (Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο).
Έχει εργαστεί σε ανασκαφές στην Ήπειρο, στις Κυκλάδες και στην Αττική. Από το 2006 εργάζεται στη Δυτική Αττική, αρχικά στα Μέγαρα και στη συνέχεια σε περιοχές του δήμου Μάνδρας - Ειδυλλίας (αρχαιολογικοί χώροι Ελευθερών, Οινόης, Αιγοσθένων και Αλεποχωρίου), όπου έχει διεξαγάγει σωστικές ανασκαφές, αναστηλωτικά έργα και επιφανειακές έρευνες.
Επιπλέον, από το 2018 είναι αρμόδια για τις αρχαιότητες των δήμων Αιγάλεω και Αγίας Βαρβάρας.
Κατά τα έτη 2020-2022, αμφότερες ανέλαβαν τον σχεδιασμό και την υλοποίηση του έργου της Εφορείας Αρχαιοτήτων Δυτικής Αττικής με τίτλο «Εργασίες για την προβολή και την ανάδειξη της αρχαίας Ιεράς Οδού και των μνημείων που σηματοδοτούν την πορεία της». -
Σε αυτό το επεισόδιο της σειράς «Ιστορία μιας Πόλης», η Αγιάτη Μπενάρδου συνομιλεί με τον αρχαιολόγο Φάνη Μαυρίδη για το Σπήλαιο Κουβαρά, έναν από τους σημαντικότερους προϊστορικούς χώρους της Αττικής.
Η συζήτηση ξεκινά από τη γεωγραφική του θέση και τα βασικά χαρακτηριστικά του και φτάνει μέχρι την ιστορία της ανασκαφής και τους κινδύνους που απείλησαν το σπήλαιο πριν από την έναρξη της έρευνας. Μέσα από ευρήματα όπως η μεσολιθική ταφή γυναίκας, τα χιλιάδες λίθινα εργαλεία και ο οψιανός από τη Μήλο, αναδεικνύονται πτυχές της ζωής, της διατροφής και των μετακινήσεων των προϊστορικών ανθρώπων.
Παράλληλα, εξετάζεται η σημασία του σπηλαίου για την κατανόηση της προϊστορίας της Αττικής και του Αιγαίου, αλλά και τα ερωτήματα που παραμένουν ανοιχτά, δείχνοντας πως το Σπήλαιο Κουβαρά έχει πολλά ακόμη να αποκαλύψει.
Ο Φάνης Μαυρίδης ολοκλήρωσε τις σπουδές του στην Αρχαιολογία και Ιστορία της Τέχνης στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΕΚΠΑ (B.A., 1990-1995). Συνέχισε με μεταπτυχιακές σπουδές στο ίδιο πανεπιστήμιο, αποκτώντας M.Phil. στην Προϊστορία του Αιγαίου (1996-1997) με διατριβή σχετικά με την κυκλαδική «επέκταση» κατά την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού, εστιάζοντας σε προβλήματα ερμηνείας και μεθοδολογίας.
Το 1997-1998 πραγματοποίησε M.Sc. στο Πανεπιστήμιο του Σέφιλντ, στο Τμήμα Αρχαιολογίας και Προϊστορίας, με ειδίκευση στην Περιβαλλοντική Αρχαιολογία και την Παλαιο-οικονομία. Η διατριβή του αναλύει τη σχέση ανθρώπων, αποικισμού νησιών και κοινωνικο-οικονομικών πτυχών στη μετάβαση από την Πλειστόκαινο στην Ολόκαινο στην ανατολική Μεσόγειο.
Ολοκλήρωσε το διδακτορικό του στο ΕΚΠΑ το 2009 και ο τίτλος της διατριβής του είναι «Ένα αρχιπέλαγος πολιτισμών: Η νεολιθική περίοδος των νησιών του Αιγαίου. Αρχαιολογικά στοιχεία, θεωρία, ερμηνεία».
Το ακαδημαϊκό του υπόβαθρο καλύπτει την Προϊστορία του Αιγαίου, την αρχαιολογία των νησιών και των σπηλαίων, καθώς και την Εποχή του Χαλκού στις Κυκλάδες, αντικείμενα στα οποία συνεχίζει να δραστηριοποιείται μέσα από την έρευνα και την έκδοση αρχαιολογικού υλικού.
-
H Αγιάτη Μπενάρδου συνομιλεί με τον ιστορικό Βαλεντίν Σνάιντερ για ένα από τα πιο εμβληματικά εγκλήματα της γερμανικής κατοχής: την εκτέλεση των 200 στην Καισαριανή την 1η Μαΐου 1944. Το γεγονός, ήδη βαθιά χαραγμένο στη συλλογική μνήμη, αποκτά μια νέα διάσταση μέσα από φωτογραφίες που ήρθαν πρόσφατα στο φως, τραβηγμένες από έναν Γερμανό στρατιώτη την ώρα της εκτέλεσης.
Η συζήτηση ξεδιπλώνει το ιστορικό πλαίσιο των τελευταίων μηνών της Κατοχής, όταν η ναζιστική Γερμανία, πιεσμένη σε όλα τα μέτωπα, εντείνει την πολιτική των αντιποίνων και της τρομοκρατίας. Παράλληλα, φωτίζει τις άγνωστες πτυχές της παραγωγής αυτών των εικόνων: τον ρόλο της προπαγάνδας, την ανάγκη των στρατιωτών να τεκμηριώσουν τον πόλεμο για τους οικείους τους και τη βαθιά εσωτερίκευση της ναζιστικής αφήγησης.
Οι φωτογραφίες αυτές δεν λειτουργούν μόνο ως ντοκουμέντα. Είναι φορείς εξουσίας που εγείρουν κρίσιμα ερωτήματα: μπορούμε να αποσπάσουμε το βλέμμα μας από την οπτική του θύτη; Πώς μετασχηματίζεται το νόημά τους μετά την ήττα της Γερμανίας; Και ποια είναι η ευθύνη μας σήμερα απέναντι σε τέτοια τεκμήρια;
Μέσα από μια πυκνή και ουσιαστική συζήτηση, το επεισόδιο επιχειρεί να συνδέσει την ιστορική έρευνα με τη σύγχρονη δημόσια χρήση των εικόνων, αναδεικνύοντας τη δύναμη αλλά και τον κίνδυνο της οπτικής μνήμης.
Ο Βαλεντίν Σνάιντερ είναι ιστορικός με εξειδίκευση στη σύγχρονη ευρωπαϊκή ιστορία και ιδιαίτερη έμφαση στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και στη γερμανική κατοχή στην Ελλάδα. Γεννήθηκε το 1983 στη Γερμανία και έκανε σπουδές Ιστορίας και Αρχαιολογίας στη Γαλλία, όπου απέκτησε πτυχίο (2004) και μεταπτυχιακό δίπλωμα στην Ιστορία (2006) από το Πανεπιστήμιο της Καν, στη Νορμανδία.
Συνέχισε τις σπουδές του σε διδακτορικό επίπεδο, λαμβάνοντας διδακτορικό στην Ιστορία από το ίδιο πανεπιστήμιο το 2013 και δεύτερο διδακτορικό στην Πολιτική και στις Διεθνείς Σχέσεις από το Πανεπιστήμιο του Νότιγχαμ το 2016. Έχει διατελέσει μεταδιδακτορικός ερευνητής στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, με αντικείμενο τη γερμανική παρουσία στην Αττική και στον Σαρωνικό κατά την περίοδο 1941–1944. Από το 2018 δραστηριοποιείται ως ερευνητής στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, ενώ είναι επιστημονικός συνεργάτης στο Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών του ίδιου ιδρύματος στην Αθήνα.Από το 2019 ασχολείται συστηματικά με τη δημιουργία και ανάπτυξη της βάσης δεδομένων των γερμανικών στρατιωτικών και παραστρατιωτικών μονάδων στην Ελλάδα (1941-1944/45) (German Occupation Database), ένα σημαντικό ερευνητικό έργο για τη μελέτη της Κατοχής.
Η έρευνά του επικεντρώνεται σε ζητήματα κατοχής, αιχμαλωσίας πολέμου και διαπολιτισμικών σχέσεων, ενώ έχει συμμετάσχει σε διεθνή ερευνητικά προγράμματα και έχει δημοσιεύσει μελέτες σε επιστημονικά περιοδικά και συλλογικούς τόμους.
-
Σε αυτό το επεισόδιο της σειράς «Ιστορία μιας πόλης», η Αγιάτη Μπεναρδή συνομιλεί με τον λαογράφο Πάρη Ποτηρόπουλο για τον εορτασμό του Αγίου Γεωργίου και το λεγόμενο «Πανηγυράκι», ένα από τα πιο χαρακτηριστικά έθιμα της Στερεάς Ελλάδας, μια γιορτή που κινείται ανάμεσα στη θρησκεία, την ιστορία και τη συλλογική εμπειρία.
Η κουβέντα ξεκινά από τον ίδιο τον Άγιο Γεώργιο, μια από τις πιο ισχυρές μορφές της λαϊκής πίστης, και τους συμβολισμούς της άνοιξης, της αναγέννησης και της ζωής που κουβαλά η γιορτή του. Σταδιακά, ξεδιπλώνεται η ιστορία του πανηγυριού και η σύνδεσή του με τη μάχη της Αράχωβας το 1826, ένα σημείο όπου ο θρύλος, η πίστη και η ιστορική μνήμη μπλέκονται.
Μέσα από τα βασικά δρώμενα, τη λιτάνευση, τους χορούς, τα αγωνίσματα, το κοινό τραπέζι, αναδεικνύεται κάτι περισσότερο από ένα «έθιμο»: μια ζωντανή πρακτική, στην οποία συμμετέχει σχεδόν ολόκληρη η κοινότητα. Παράλληλα, εξετάζονται οι αλλαγές που έχουν επέλθει από τον 19ο αιώνα έως σήμερα, οι παρεμβάσεις στη μορφή του εορτασμού και η επίδραση του τουρισμού.
Τελικά, είναι το Πανηγυράκι μια αυθεντική, βιωμένη εμπειρία ή μια μορφή αναπαράστασης; Ίσως και τα δύο. Και ίσως εκεί ακριβώς βρίσκεται η δύναμή του: στο ότι συνεχίζει να εξελίσσεται, χωρίς να χάνει τον ρόλο του ως βασικό στοιχείο της ταυτότητας της Αράχωβας.
-
Σε αυτό το επεισόδιο της σειράς «Ιστορία μιας πόλης», η Αγιάτη Μπενάρδου συνομιλεί με τον Παναγή Παναγιωτόπουλο για την αθηναϊκή κουζίνα ως καθρέφτη της κοινωνικής και πολιτισμικής εξέλιξης της πόλης. Από τα κλασικά οικογενειακά πιάτα, κοκκινιστό, λαχανοντολμάδες και ψάρι με «αθηναϊκή» μαγιονέζα, μέχρι τη σύγχρονη κουζίνα των fusion επιρροών και του ντελίβερι, το αθηναϊκό τραπέζι αφηγείται τη δική του ιστορία.
Η συζήτηση ξεκινά από την αστικοποίηση των αρχών του 20ού αιώνα, όταν η εθνική οικιακή μαγειρική δεν κληροδοτείται από αριστοκρατίες αλλά «επινοείται» από τις ανερχόμενες αστικές τάξεις. Μέσα από μορφές όπως ο Τσελεμεντές, συγκροτείται ένας κανόνας που συνδυάζει τοπικές συνήθειες και ευρωπαϊκές επιρροές. Στη συνέχεια, η μεταπολεμική ανοικοδόμηση και η ζωή στην πολυκατοικία αλλάζουν ριζικά τον τρόπο που μαγειρεύουμε και τρώμε: η κουζίνα μετακινείται από τον «αόρατο» χώρο εργασίας στο κέντρο της καθημερινότητας, και τελικά στην αποδόμησή της.
Από τη δεκαετία του ’80 και μετά, η τηλεοπτική μαγειρική, η γαστρονομία και το lifestyle εισάγουν νέες ταξικότητες και νέες επιθυμίες. Το ντελίβερι και η πανδημία επαναπροσδιορίζουν το οικιακό γεύμα, φέρνοντας το «έξω» μέσα στο σπίτι. Τελικά, το αθηναϊκό τραπέζι παραμένει ένα πεδίο όπου το ατομικό και το συλλογικό συνυπάρχουν, μια καθημερινή πράξη που αποκαλύπτει ποιοι είμαστε, πώς ζούμε και τι επιλέγουμε να μοιραζόμαστε.
Ο Παναγής Παναγιωτόπουλος γεννήθηκε το 1971 στο Παρίσι. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Κοινωνιολογία στην École des hautes études en sciences sociales με τον Michel Wierviorka και Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Paris X-Nanterre με τον Étienne Balibar. Υπηρέτησε στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ και δίδαξε στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο.
Από το 2006 διδάσκει στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, στο οποίο είναι αναπληρωτής καθηγητής με αντικείμενο την Κοινωνιολογία, και διευθυντής του Τομέα Κοινωνικής Θεωρίας και Κοινωνιολογίας.Έχει ασχοληθεί με την κοινωνιολογία του εγκλεισμού των Ελλήνων κομμουνιστών και τη μνήμη των θυμάτων των ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης-αφανισμού, με την ηθική των κομμουνιστικών κομμάτων, τη φαινομενολογία και την κοινωνιολογία της τρομοκρατίας και της πολιτικής βίας, τη δυναμική του κοινωνικού και πολιτισμικού εκσυγχρονισμού στη μεταπολιτευτική περίοδο καθώς και με τις εμπειρίες διαχείρισης των τεχνολογικών καταστροφών στην Ελλάδα το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα.
Έχει δημοσιεύσει, μεταξύ άλλων, τα βιβλία: «Το Γεγονός – Βαναυσότητα, πόλεμος και πολιτική μετά την 11η Σεπτεμβρίου» (επανεκόθηκε από τις εκδόσεις Οξύ το 2021), «Τεχνολογικές καταστροφές και πολιτικές του κινδύνου - Παλινδρομήσεις του κοινωνικού εκσυγχρονισμού στην Ελλάδα 1947-2000» (εκδόσεις Πόλις). Από τις εκδόσεις Επίκεντρο κυκλοφορεί, σε συνεπιμέλεια με τον Βασίλη Βαμβακά, το συλλογικό έργο «Η Ελλάδα στη δεκαετία του ’80 - Κοινωνικό, πολιτικό και πολιτισμικό λεξικό». Με τον Βασίλη Βαμβακά είχε επίσης επιμεληθεί την έκθεση «GR80s- Η Ελλάδα του Ογδόντα» στην Τεχνόπολη και μαζί με τον Δημήτρη Π. Σωτηρόπουλο έχει επιμεληθεί το συλλογικό έργο «Political and Cultural Aspects of Greek Exoticism» που εκδόθηκε το 2020 από τον Palgrave Macmillan. Το 2021 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Επίκεντρο το βιβλίο του «Περιπέτειες της μεσαίας τάξης - Κοινωνιολογικές καταγραφές στην Ελλάδα της ύστερης Μεταπολίτευσης». Το 2018 επιμελήθηκε την ελληνική έκδοση της ομιλίας του Εμμανουέλ Μακρόν στην Πνύκα, που εκδόθηκε από τις εκδόσεις Μελάνι.
-
Μια περιήγηση στην Αθήνα του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα, αναζητώντας τον τρόπο με τον οποίο οι κάτοικοι της πόλης βίωναν τη Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα. Μαζί με τον ερευνητή λαογραφίας Πάρη Ποτηρόπουλο ξετυλίγουμε κομμάτια μνήμης που συνδέουν τη θρησκευτική κατάνυξη με την καθημερινότητα, τις γειτονιές και τη συλλογική εμπειρία.
Η συζήτηση φωτίζει έθιμα που σήμερα έχουν ξεθωριάσει ή μετασχηματιστεί: από τα κάλαντα του Λαζάρου και τα λαζαράκια μέχρι τον στολισμό των εκκλησιών τη Κυριακή των Βαΐων και το έντονα πένθιμο κλίμα που επικρατούσε από τη Μεγάλη Δευτέρα και μετά. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στον ρόλο της κοινότητας αλλά και της γυναίκας, βασικών φορέων των εθίμων και των συμβολισμών της περιόδου.
Παράλληλα, αναδεικνύεται η ίδια η εξέλιξη της πόλης: μια Αθήνα μικρότερη, με έντονες τοπικές ταυτότητες και επιρροές από τα γύρω χωριά, η οποία σταδιακά μετασχηματίζεται μέσα από την αστικοποίηση και την έλευση νέων πληθυσμών. Τα πασχαλινά έθιμα ακολουθούν αυτές τις αλλαγές, εμπλουτίζονται και αποκτούν νέα χαρακτηριστικά, από το σούβλισμα του αρνιού και τα παζάρια στου Ψυρρή έως την εμφάνιση των πρώτων «μοντέρνων» πασχαλινών προϊόντων στο εμπορικό κέντρο της πόλης.
Το επεισόδιο κλείνει με ένα διακριτικό ερώτημα: πόσα από αυτά τα έθιμα επιβιώνουν ακόμη σήμερα, έστω και μεταμορφωμένα, στον σύγχρονο αστικό ιστό;Ο Πάρης Ποτηρόπουλος αποφοίτησε από το Τμήμα Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, με ειδίκευση στην Ψυχολογία. Πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στον Τομέα Λαογραφίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του ίδιου ιδρύματος και ανακηρύχθηκε διδάκτορας Λαογραφίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Έχει εργαστεί ως ερευνητής, υπηρέτησε στην εκπαίδευση και από το 2009 ανήκει στο Κέντρον Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών, όπου εξελίχθηκε στη Γ’ Βαθμίδα το 2013.
-
Σε αυτό το επεισόδιο η Αγιάτη Μπενάρδου εξερευνά την αρχιτεκτονική και ιστορική διαδρομή της Αρχαίας Δωδώνης, από το αρχαιότερο μαντείο έως την ελληνιστική της ακμή. Μέσα από το θέατρο, ένα από τα μεγαλύτερα του αρχαίου κόσμου, το βουλευτήριο και το πρυτανείο αναδεικνύεται ο πολυδιάστατος χαρακτήρας του ιερού που λειτούργησε όχι μόνο ως θρησκευτικό αλλά και ως πολιτικό κέντρο, ιδιαίτερα κατά την εποχή του Κοινού των Ηπειρωτών.
Η συζήτηση φωτίζει τις διαδοχικές οικοδομικές φάσεις του χώρου, τη σημασία των δημόσιων κτιρίων στη συγκρότηση της εξουσίας αλλά και τη μετάβαση σε μια νέα εποχή, όπως αποτυπώνεται στην παρουσία παλαιοχριστιανικής βασιλικής στον ίδιο τόπο.
Σήμερα, η Δωδώνη αποτελεί ένα μοναδικό αρχαιολογικό τοπίο, όπου διαφορετικές ιστορικές περίοδοι συνυπάρχουν και συνομιλούν, αποκαλύπτοντας τη συνέχεια της μνήμης και της ανθρώπινης παρουσίας μέσα στον χρόνο.
Η δρ. Βαρβάρα Ν. Παπαδοπούλου είναι επίτιμη έφορος αρχαιοτήτων με μακρά και πολυσχιδή παρουσία στη διαχείριση, αναστήλωση και ανάδειξη μνημείων με επίκεντρο την Ήπειρο. Από το 2006 έως το 2023 διετέλεσε Διευθύντρια Εφορειών Αρχαιοτήτων (Ιωαννίνων, Άρτας και ευρύτερης Ηπείρου), ενώ παράλληλα υπηρέτησε σε καίριες θέσεις ευθύνης και ως μέλος του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου. Απόφοιτος του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης με μεταπτυχιακές και διδακτορικές σπουδές στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, με αντικείμενο την Παλαιοχριστιανική Ήπειρο, έχει αναπτύξει σημαντικό ερευνητικό έργο.
Το ανασκαφικό και αναστηλωτικό της έργο περιλαμβάνει παρεμβάσεις σε Ιωάννινα, Άρτα, Νικόπολη και σε ολόκληρη την Ήπειρο, με κορυφαίες στιγμές την αποκάλυψη της αρχαίας οχύρωσης των Ιωαννίνων, την ίδρυση του Μουσείου Αργυροτεχνίας στο Κάστρο Ιωαννίνων, την ολοκλήρωση εργασιών στη δυτική νεκρόπολη της Αμβρακίας και την αποκατάσταση του κάτω διαζώματος του Θεάτρου της Δωδώνης, που αποδόθηκε στο κοινό το 2022. Υπήρξε συντονίστρια της επιτροπής για την ένταξη της Νικόπολης στον κατάλογο της UNESCO, καθώς και για την εγγραφή των ελασμάτων της Δωδώνης στο πρόγραμμα «Μνήμη του Κόσμου». Μετά την αφυπηρέτησή της συνεχίζει ενεργά το έργο της, διευθύνοντας ανασκαφές στη Βασιλική του επισκόπου Αλκίσωνος στη Νικόπολη, στο Βουλευτήριο της Δωδώνης και στην Κοιλάδα του Άνω ρου του Αχέροντα.
-
Πώς η λατρεία της Αρτέμιδας Ταυροπόλου, οι όρκοι των στρατιωτών και οι μνήμες των νεκρών συνδέονται με τη συγκρότηση και τη νομιμοποίηση της εξουσίας; Και γιατί, αιώνες αργότερα, τα αρχαία μνημεία εξακολουθούν να φορτίζονται συμβολικά, ξεπερνώντας συχνά τα ίδια τα αρχαιολογικά δεδομένα;
Η Αμφίπολη δεν είναι μόνο ένα γεωγραφικό σημείο στον χάρτη της αρχαίας Μακεδονίας· είναι ένας τόπος όπου η μυθολογία, η πολιτική και η ιστορία διαπλέκονται διαρκώς. Από τη λατρεία της Αρτέμιδας Ταυροπόλου, μιας θεότητας με ισχυρές αθηναϊκές ρίζες, έως τις αφηγήσεις γύρω από τον Βρασίδα και τη μακεδονική δυναστεία, η πόλη συγκρότησε την ταυτότητά της μέσα από σύμβολα που ξεπερνούσαν τα στενά όρια της τοπικής λατρείας.
Την ίδια στιγμή, η σύγχρονη δημόσια συζήτηση γύρω από την Αμφίπολη, ιδίως μετά τις ανασκαφές στον Τύμβο Καστά, δείχνει πως οι μύθοι δεν ανήκουν μόνο στο παρελθόν. Ανανεώνονται, επανανοηματοδοτούνται και συχνά αποκτούν δύναμη μεγαλύτερη από αυτή των ίδιων των αρχαιολογικών ευρημάτων. Πού τελειώνει, λοιπόν, ο μύθος και πού αρχίζει η ιστορική τεκμηρίωση; Μπορεί η αρχαιολογία να αποδομήσει έναν μύθο χωρίς να ακυρώσει ό,τι σημαίνει για μια κοινότητα;
Ο Δημήτρης Δαμάσκος είναι καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Πατρών. Αποφοίτησε από τη Φιλοσοφική Σχολή του ΕΚΠΑ και είναι διδάκτορας Κλασικής Αρχαιολογίας του Freie Universität Berlin. Έχει εργαστεί ως συμβασιούχος αρχαιολόγος στη Συλλογή Γλυπτών του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου και είχε αναλάβει για χρόνια την έκδοση του ετήσιου επιστημονικού περιοδικού του Μουσείου Μπενάκη. Το 2010 ήταν επισκέπτης ερευνητής στο Μουσείο Kelsey του Πανεπιστημίου του Mίσιγκαν.
Από το 2019 διευθύνει με τη Δημητρία Μαλαμίδου την ανασκαφή στην ακρόπολη της Αμφίπολης (https://amphipolisproject.org/). Η Μακεδονία βρίσκεται στον πυρήνα των ερευνητικών του ενδιαφερόντων. Έχει συγγράψει τόμο για τα γλυπτά στο Μουσείο της Καβάλας (2013) και πολλά άρθρα που αφορούν την τοπογραφία της Μακεδονίας και τη γλυπτική της.Από το φθινόπωρο του 2023 είναι επιστημονικός συνεργάτης του Μουσείου Fitzwilliam του Cambridge στο πλαίσιο ερευνητικού προγράμματος σε συνεργασία με το Μουσείο CSMVS, Mumbai με θέμα «Ancient Worlds Project». Είναι εταίρος της Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, αντεπιστέλλον μέλος του Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Αμερικής και του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου.
-
Η αρχαία Δωδώνη βρίσκεται σε μια εύφορη κοιλάδα στους πρόποδες του όρους Τόμαρος στην Ήπειρο. Η απομονωμένη, αλλά στρατηγική αυτή θέση συνέβαλε ώστε να αναπτυχθεί εκεί ένα από τα σημαντικότερα θρησκευτικά κέντρα του αρχαίου ελληνικού κόσμου.
Η Δωδώνη θεωρείται ένα από τα αρχαιότερα μαντεία της Ελλάδας. Στο ιερό υπηρετούσαν οι ιερείς, γνωστοί ως Σελλοί, που ερμήνευαν τα σημάδια της φύσης για να μεταφέρουν τους χρησμούς του θεού, που δίνονταν κυρίως μέσα από τους ήχους της ιερής βελανιδιάς· το θρόισμα των φύλλων ή ο ήχος από χάλκινα αγγεία που κρέμονταν γύρω από το δέντρο θεωρούνταν θεϊκά μηνύματα.
Οι πιστοί έγραφαν τα ερωτήματά τους σε μικρά μολύβδινα ελάσματα και τα άφηναν στο ιερό, ζητώντας καθοδήγηση για θέματα της καθημερινής ζωής. Χιλιάδες από αυτά τα ελάσματα έχουν βρεθεί από τους αρχαιολόγους και αποτελούν μοναδική πηγή για να κατανοήσουμε τις ανησυχίες, τις σχέσεις και τις κοινωνικές συνθήκες των ανθρώπων της εποχής.
Η σημασία τους είναι τόσο μεγάλη ώστε τα μολύβδινα ελάσματα της Δωδώνης θεωρούνται ένα από τα σημαντικότερα αρχεία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας και κοινωνίας και έχουν προταθεί για ένταξη στον κατάλογο της UNESCO ως τεκμήρια παγκόσμιας πολιτιστικής αξίας.
Η δρ. Βαρβάρα Ν. Παπαδοπούλου είναι επίτιμη έφορος αρχαιοτήτων με μακρά και πολυσχιδή παρουσία στη διαχείριση, αναστήλωση και ανάδειξη μνημείων με επίκεντρο την Ήπειρο. Από το 2006 έως το 2023 διετέλεσε Διευθύντρια Εφορειών Αρχαιοτήτων (Ιωαννίνων, Άρτας και ευρύτερης Ηπείρου), ενώ παράλληλα υπηρέτησε σε καίριες θέσεις ευθύνης και ως μέλος του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου. Απόφοιτος του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης με μεταπτυχιακές και διδακτορικές σπουδές στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, με αντικείμενο την Παλαιοχριστιανική Ήπειρο, έχει αναπτύξει σημαντικό ερευνητικό έργο.
Το ανασκαφικό και αναστηλωτικό της έργο περιλαμβάνει παρεμβάσεις σε Ιωάννινα, Άρτα, Νικόπολη και σε ολόκληρη την Ήπειρο, με κορυφαίες στιγμές την αποκάλυψη της αρχαίας οχύρωσης των Ιωαννίνων, την ίδρυση του Μουσείου Αργυροτεχνίας στο Κάστρο Ιωαννίνων, την ολοκλήρωση εργασιών στη δυτική νεκρόπολη της Αμβρακίας και την αποκατάσταση του κάτω διαζώματος του Θεάτρου της Δωδώνης, που αποδόθηκε στο κοινό το 2022. Υπήρξε συντονίστρια της επιτροπής για την ένταξη της Νικόπολης στον κατάλογο της UNESCO, καθώς και για την εγγραφή των ελασμάτων της Δωδώνης στο πρόγραμμα «Μνήμη του Κόσμου». Μετά την αφυπηρέτησή της συνεχίζει ενεργά το έργο της, διευθύνοντας ανασκαφές στη Βασιλική του επισκόπου Αλκίσωνος στη Νικόπολη, στο Βουλευτήριο της Δωδώνης και στην Κοιλάδα του Άνω ρου του Αχέροντα.
-
Πού ακριβώς βρίσκεται η Αμφίπολη και γιατί η γεωγραφική της θέση υπήρξε τόσο καθοριστική; Πώς «διαβάζεται» μια πόλη που ιδρύθηκε από Αθηναίους, άνθησε στη μακεδονική επικράτεια και μετασχηματίστηκε στους παλαιοχριστιανικούς χρόνους; Και πόσο δύσκολο είναι να ανασυνθέσουμε τον δημόσιο πυρήνα της, όταν τα νεότερα στρώματα έχουν ενσωματώσει, μετακινήσει ή σιωπηλά καλύψει τα αρχαία ίχνη; Ο καθηγητής κλασικής αρχαιολογίας Δημήτρης Δαμάσκος εξηγεί.
Η Αμφίπολη δεν είναι μόνο ένα όνομα φορτισμένο με ιστορικούς συνειρμούς· είναι, πρωτίστως, ένας τόπος που το φυσικό τοπίο, η στρατηγική γεωγραφία και οι διαδοχικές φάσεις κατοίκησης συνθέτουν ένα σύνθετο αρχαιολογικό πεδίο. Χτισμένη σε καίρια θέση, κοντά στον Στρυμόνα και σε άμεση σχέση με το Παγγαίο, η πόλη υπήρξε σταυροδρόμι οικονομικών δικτύων, στρατιωτικών επιδιώξεων και πολιτικών ανταγωνισμών ήδη από τον 5ο αιώνα π.Χ., όταν Iδρύθηκε από τους Αθηναίους, και στη συνέχεια εντάχθηκε δυναμικά στον μακεδονικό κόσμο.
Η Αμφίπολη δεν είναι μόνο ένα σύμβολο ή ένα επικοινωνιακό γεγονός, αλλά ένα σύνθετο αρχαιολογικό πεδίο: ένας τόπος όπου το τοπίο, η πόλη και η μνήμη αλληλεπιδρούν, και όπου η πρόκληση δεν είναι μόνο η ανακάλυψη, αλλά κυρίως η ερμηνεία, η χαρτογράφηση και η σταδιακή αποκάλυψη μιας πόλης που άλλαξε πρόσωπα μέσα στους αιώνες.
Ο Δημήτρης Δαμάσκος είναι καθηγητής κλασικής αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Πατρών. Αποφοίτησε από τη Φιλοσοφική Σχολή του ΕΚΠΑ και είναι διδάκτορας κλασικής Αρχαιολογίας του Freie Universität Berlin. Έχει εργαστεί ως συμβασιούχος αρχαιολόγος στη Συλλογή Γλυπτών του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου και είχε αναλάβει για χρόνια την έκδοση του ετήσιου επιστημονικού περιοδικού του Μουσείου Μπενάκη. Το 2010 ήταν επισκέπτης ερευνητής στο Μουσείο Kelsey του Πανεπιστημίου του Michigan.
Από το 2019 διευθύνει με τη Δημητρία Μαλαμίδου την ανασκαφή στην ακρόπολη της Αμφίπολης (https://amphipolisproject.org/). Η Μακεδονία βρίσκεται στον πυρήνα των ερευνητικών του ενδιαφερόντων. Έχει συγγράψει τόμο για τα γλυπτά στο Μουσείο της Καβάλας (2013) και πολλά άρθρα που αφορούν την τοπογραφία της Μακεδονίας και τη γλυπτική της.
Από το φθινόπωρο του 2023 είναι επιστημονικός συνεργάτης του Μουσείου Fitzwilliam του Cambridge στο πλαίσιο ερευνητικού προγράμματος σε συνεργασία με το Μουσείο CSMVS, Mumbai με θέμα Ancient Worlds Project. Είναι Εταίρος της Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, αντεπιστέλλον μέλος του Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Αμερικής, και του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου.
-
Τα Προσφυγικά είναι τόποι μνήμης, κοινωνικά πειράματα, κομμάτια μιας ιστορίας που άλλαξε ριζικά τον ελληνικό χώρο μετά το 1922. Συνοικισμοί που γεννήθηκαν από την ανάγκη, διαμόρφωσαν γειτονιές, ταυτότητες και τρόπους ζωής και σήμερα βρίσκονται κάπου ανάμεσα στη φθορά, τη διεκδίκηση και την επανεκτίμηση.
Η Αμαλία Κωτσάκη είναι καθηγήτρια Ιστορίας και Θεωρίας της Αρχιτεκτονικής και αναπληρώτρια κοσμήτωρ της Σχολής Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Πολυτεχνείου Κρήτης. Σπούδασε Αρχιτεκτονική στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, όπου το 2005 αναγορεύθηκε διδάκτωρ. Το 2007 εξελέγη επίκουρη καθηγήτρια Ιστορίας & Θεωρίας της Αρχιτεκτονικής στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων του Πολυτεχνείου Κρήτης. Tο διάστημα 2020-24 ήταν διευθύντρια του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών και από το 2023 αναπληρώτρια κοσμήτωρ της σχολής. Το 2021 ίδρυσε το Εργαστήριο Νεοελληνικής Αρχιτεκτονικής, Πόλης και Πολιτισμού (nearcicutuclab.gr) στο Πολυτεχνείο Κρήτης, του οποίου είναι διευθύντρια. To διάστημα 2014-26 διετέλεσε πρόεδρος του Κέντρου Αρχιτεκτονικής της Μεσογείου και το 2016-17 ήταν μέλος του Δ.Σ. του. Είναι εκπρόσωπος του Πολυτεχνείου Κρήτης στο δίκτυο Πανεπιστημίων UNITWIN UNESCO «Culture, Tourism, Development», ενώ αδιάλειπτα ενισχύει τις ελληνογαλλικές ακαδημαϊκές συνεργασίες, εκ των οποίων κυριότερη είναι το διεθνές ετήσιο θερινό σχολείο αρχιτεκτονικής και πόλης που συνδιοργανώνει στο Παρίσι με γενικό τίτλο «Paris Transformations».
Το 2000 βραβεύθηκε από την Ακαδημία Αθηνών με το Βραβείο της Τάξεως των Γραμμάτων και Καλών Τεχνών για διακεκριμένο νέο αρχιτέκτονα έως 40 ετών. Έχει διακριθεί με βραβεία σε πανελλήνιους και διεθνείς αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς. Συγγραφέας και επιμελήτρια 10 βιβλίων που αφορούν κυρίως ζητήματα νεοελληνικής αρχιτεκτονικής, πόλης και πολιτισμού..
- Show more